通じ合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι αντιληπτός από τον άλλον (για σκέψεις, συναισθήματα κ.λπ.), κατανοούμαι
- 02 ανταλλάσσω με τον άλλον (σκέψεις, συναισθήματα κ.λπ.), εκφράζομαι στον άλλον (π.χ. προθέσεις), επικοινωνώ με τον άλλον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 通じ合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 通じ合います
- Άρνηση (απλή)
- 通じ合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 通じ合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 通じ合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 通じ合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 通じ合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 通じ合いませんでした
- Τε-μορφή
- 通じ合って
- Δυνητική
- 通じ合える
- Προστακτική
- 通じ合え
- Βουλητική
- 通じ合おう
- Υποθετική (ば)
- 通じ合えば
- Υποθετική (たら)
- 通じ合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 通じ合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 通じ合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 通じ合いなさい
- Παθητική
- 通じ合われる
- Αιτιατική
- 通じ合わせる