とお

ρήμα, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να περάσει, επιτρέπω να περάσει, δίνω δίοδο (σε)
  2. 02 μεταδίδω (π.χ. φως, ήχο), άγω (ηλεκτρισμό), αφήνω να διαποτίσει (π.χ. νερό μέσα από ύφασμα), επιτρέπω να περάσει, αφήνω να περάσει (π.χ. αέρας), περνάω μέσα από (π.χ. σωλήνα), διαπερνώ, βάζω μέσα
  3. 03 περνάω μέσα (π.χ. από τρύπα), διαπερνώ (π.χ. ένα άνοιγμα), περνάω κλωστή (σε βελόνα), βάζω μέσα
  4. 04 συνδέω (π.χ. δύο μέρη), ανοίγω (διαδρομή, μονοπάτι), ενώνω (π.χ. με δρόμο), καθιερώνω (σύνδεση μεταξύ), ενώνω, επεκτείνω μέχρι (κάπου)
  5. 05 περνάω (π.χ. μαθητή, υποψήφιο), γίνομαι δεκτός (π.χ. ως φοιτητής), επιτρέπω την είσοδο, βάζω μέσα
  6. 06 οδηγώ (κάποιον) μέσα (σε σπίτι, δωμάτιο), δείχνω την είσοδο, καθοδηγώ μέσα, υποδέχομαι (κάποιον)
  7. 07 παρουσιάζω λογικά, κάνω (π.χ. το επιχείρημά μου) πειστικό, είμαι συνεπής (στη λογική μου), μένω πιστός (π.χ. στις αρχές μου)
  8. 08 περνάω μέσω (π.χ. μεσάζοντα), χρησιμοποιώ ως ενδιάμεσο, μεσολαβώ μέσω (κάποιου), κάνω μέσω (κάτι)
  9. 09 περνάω (νόμο), εγκρίνω (π.χ. πρόταση), δίνω δίοδο
  10. 10 ακούω μέσα από (π.χ. πόρτα, τοίχο), κοιτάζω μέσα από (π.χ. παράθυρο)
  11. 11 ζεσταίνω καλά (για φαγητό), μαγειρεύω σωστά, θερμαίνω ομοιόμορφα
  12. 12 βουτάω μέσα (π.χ. σε σάλτσα), περνάω μέσα από (π.χ. ζωμό), περνάω μέσα από (π.χ. βραστό νερό)
  13. 13 κάνω (κάποιον) να εγκρίνει (π.χ. σχέδιο), επιβάλλω συμφωνία, περνάω (πρόταση, ιδέα, θέληση), κάνω το δικό μου
  14. 14 συνεχίζω (σε μια κατάσταση), επιμένω (να κάνω), εξακολουθώ να κάνω, παραμένω (σε μια κατάσταση)
  15. 15 κάνω μέσα από το πρίσμα του, βλέπω από την οπτική γωνία του, κάνω από την οπτική γωνία του
  16. 16 κάνω σε ολόκληρο, καλύπτω όλο, εκτείνω σε όλο
  17. 17 κάνω από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς διακοπή, ολοκληρώνω σε μία συνεδρία, κάνω όλα μαζί, κάνω μονορούφι
  18. 18 μεταβιβάζω (μήνυμα, εντολή), μεταφέρω (πρόθεση, νόημα), στέλνω μέσω, μεταδίδω (π.χ. πληροφορίες), κάνω να ακουστεί (π.χ. τη φωνή μου)
  19. 19 επίθημα κάνω... μέχρι τέλους, κάνω... συνεχώς, ολοκληρώνω...

Παραδείγματα

  • いとはりとおします

    Περνάω την κλωστή στη βελόνα.

  • まどからひかりとお

    Αφήνω το φως να περάσει από το παράθυρο.

  • どんな反対はんたいがあっても、かれ最後さいごまで自分じぶん意見いけんとおした

    Όποιες αντιρρήσεις κι αν υπήρχαν, αυτός επέβαλε τη γνώμη του μέχρι τέλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通す
Παρόν (ευγενικό)
通します
Άρνηση (απλή)
通さない
Άρνηση (ευγενική)
通しません
Παρελθόν (απλό)
通した
Παρελθόν (ευγενικό)
通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通しませんでした
Τε-μορφή
通して
Δυνητική
通せる
Προστακτική
通せ
Βουλητική
通そう
Υποθετική (ば)
通せば