つうずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι ανοιχτός (για κυκλοφορία), οδηγώ (σε), συνδέομαι (με), εκτελούμαι (για δρομολόγια), εκτείνομαι (ως), πηγαίνω (σε), φτάνω
  2. 02 ρέω (για υγρό, ρεύμα κ.λπ.), περνάω (μέσα από), διέρχομαι (π.χ. σήμα), συνδέομαι (π.χ. κλήση), λειτουργώ (για τηλεφωνική γραμμή)
  3. 03 μεταφέρομαι (για πρόθεση, νόημα κ.λπ.), γίνομαι κατανοητός (από), αντιλαμβάνομαι, περνάω το μήνυμα (π.χ. μιας ιδέας)
  4. 04 είμαι καλά καταρτισμένος (σε), είμαι έμπειρος (σε), γνωρίζω πολλά (σχετικά με), είμαι εξοικειωμένος (με)
  5. 05 είμαι διαδεδομένος, είμαι κοινώς γνωστός, επικρατώ
  6. 06 έχω αποτέλεσμα, λειτουργώ, είμαι ισότιμος (με)
  7. 07 επικοινωνώ μυστικά (με τον εχθρό), συνωμοτώ (με), προδίδω
  8. 08 έχω ερωτική σχέση (με), έχω παράνομη σχέση, είμαι οικείος (με)
  9. 09 είμαι σχετικός (με), αφορώ
  10. 10 έχω κένωση, ενεργήθηκα
  11. 11 μεταφέρω (πρόθεση, συναίσθημα κ.λπ.), περνάω (κάτι), επικοινωνώ, κάνω (κάποιον) να καταλάβει
  12. 12 δίνω (π.χ. επαγγελματική κάρτα), μοιράζω (κάρτα με όνομα)
  13. 13 ενεργώ μέσω (κάποιου), περνάω (από κάποιον), κάνω χρησιμοποιώντας
  14. 14 καλύπτω όλη την έκταση (του), αφορώ (τα πάντα), εκτείνομαι (σε όλο το μήκος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
通ずる
Παρόν (ευγενικό)
通ずます
Άρνηση (απλή)
通ずない
Άρνηση (ευγενική)
通ずません
Παρελθόν (απλό)
通ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
通ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通ずませんでした
Τε-μορφή
通ずて
Δυνητική
通ずられる
Προστακτική
通ずろ
Βουλητική
通ずよう
Υποθετική (ば)
通ずれば