とお

ρήμα, επίθημα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ, διαβαίνω, διασχίζω, ταξιδεύω, χρησιμοποιώ (δρόμο), ακολουθώ (διαδρομή), πηγαίνω μέσω
  2. 02 διέρχομαι, λειτουργώ, συνδέω
  3. 03 μπαίνω μέσα, εισέρχομαι σε ένα δωμάτιο, γίνομαι δεκτός, με οδηγούν μέσα
  4. 04 διαπερνώ, τρυπώ, σουβλίζω, περνάω μέσα
  5. 05 διαποτίζω, εισχωρώ, απλώνομαι παντού
  6. 06 ακούγομαι μακριά (π.χ. για φωνή), φτάνω μακριά
  7. 07 διαβιβάζομαι (π.χ. μια παραγγελία στην κουζίνα), μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι
  8. 08 περνάω (ένα τεστ, ένα νομοσχέδιο στη Βουλή), εγκρίνομαι, γίνομαι δεκτός
  9. 09 ονομάζομαι (με ένα όνομα), είμαι γνωστός ως, γίνομαι δεκτός ως, έχω φήμη για
  10. 10 είμαι συνεκτικός, λογικός, εύλογος, κατανοητός, βγάζω νόημα
  11. 11 γίνομαι κατανοητός (π.χ. το σημείο μου), γίνομαι αντιληπτός
  12. 12 περνάω για, φαίνομαι ως, μοιάζω με
  13. 13 είμαι ίσιος (π.χ. για τις ίνες ξύλου)
  14. 14 αρχαϊκό είμαι καλά πληροφορημένος, σοφός
  15. 15 επίθημα κάνω κάτι εντελώς, διεξοδικά

Παραδείγματα

  • くるまみちとおります

    Ένα αυτοκίνητο περνάει από τον δρόμο.

  • あのひとこえはよくとおります

    Η φωνή του/της ακούγεται πολύ καθαρά/δυνατά.

  • かれ提案ていあんみなとおように、詳細しょうさいにわたって説明せつめいされました。

    Η πρότασή του εξηγήθηκε λεπτομερώς, ώστε να γίνει κατανοητή σε όλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通る
Παρόν (ευγενικό)
通ります
Άρνηση (απλή)
通らない
Άρνηση (ευγενική)
通りません
Παρελθόν (απλό)
通った
Παρελθόν (ευγενικό)
通りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通りませんでした
Τε-μορφή
通って
Δυνητική
通れる
Προστακτική
通れ
Βουλητική
通ろう
Υποθετική (ば)
通れば