つうぞく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκλαϊκεύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
通俗化する
Παρόν (ευγενικό)
通俗化します
Άρνηση (απλή)
通俗化しない
Άρνηση (ευγενική)
通俗化しません
Παρελθόν (απλό)
通俗化した
Παρελθόν (ευγενικό)
通俗化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通俗化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通俗化しませんでした
Τε-μορφή
通俗化して
Δυνητική
通俗化できる
Προστακτική
通俗化しろ
Βουλητική
通俗化しよう
Υποθετική (ば)
通俗化すれば