つうぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή κλασμάτων στον ίδιο παρανομαστή, ομώνυμη μετατροπή

Κλίση

Παρόν (απλό)
通分する
Παρόν (ευγενικό)
通分します
Άρνηση (απλή)
通分しない
Άρνηση (ευγενική)
通分しません
Παρελθόν (απλό)
通分した
Παρελθόν (ευγενικό)
通分しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通分しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通分しませんでした
Τε-μορφή
通分して
Δυνητική
通分できる
Προστακτική
通分しろ
Βουλητική
通分しよう
Υποθετική (ば)
通分すれば