つうよう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινή χρήση (γλώσσας, νομίσματος κ.λπ.), τρέχουσα χρήση, κυκλοφορία, ισχύς, εγκυρότητα (π.χ. ενός εισιτηρίου)
  2. 02 γίνομαι αποδεκτός (π.χ. για τρόπο σκέψης), πιάνω, περνάω (για δικαιολογία, κόλπο κ.λπ.), ισχύω (π.χ. για θεωρία), εφαρμόζομαι, είμαι έγκυρος, περνάω για, τα πάω καλά, τα βγάζω πέρα
  3. 03 είσοδος και έξοδος

Παραδείγματα

  • この切符きっぷ今日きょうまで通用つうようします

    Αυτό το εισιτήριο ισχύει μέχρι σήμερα.

  • 英語えいご世界中せかいじゅう通用つうようする言語げんごです。

    Τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που ομιλείται παγκοσμίως.

  • かれ常識じょうしきは、残念ざんねんながらこの社会しゃかいではほとんど通用つうようしないだろう。

    Η κοινή λογική του, δυστυχώς, μάλλον δεν γίνεται καθόλου αποδεκτή σε αυτή την κοινωνία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通用する
Παρόν (ευγενικό)
通用します
Άρνηση (απλή)
通用しない
Άρνηση (ευγενική)
通用しません
Παρελθόν (απλό)
通用した
Παρελθόν (ευγενικό)
通用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通用しませんでした
Τε-μορφή
通用して
Δυνητική
通用できる
Προστακτική
通用しろ
Βουλητική
通用しよう
Υποθετική (ば)
通用すれば