Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
通行止め
つうこうどめ
通
通
つう
行
こう
止
ど
め
ουσιαστικό, άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
διακοπή κυκλοφορίας (σε δρόμο), αποκλεισμός οδού
02
δρόμος κλειστός, απαγορεύεται η διέλευση, κλειστό για την κυκλοφορία