通謀
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμπαιγνία, συνωμοσία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 通謀する
- Παρόν (ευγενικό)
- 通謀します
- Άρνηση (απλή)
- 通謀しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 通謀しません
- Παρελθόν (απλό)
- 通謀した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 通謀しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 通謀しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 通謀しませんでした
- Τε-μορφή
- 通謀して
- Δυνητική
- 通謀できる
- Προστακτική
- 通謀しろ
- Βουλητική
- 通謀しよう
- Υποθετική (ば)
- 通謀すれば
- Υποθετική (たら)
- 通謀したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 通謀したい
- Απαγορευτική (~な)
- 通謀するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 通謀しなさい
- Παθητική
- 通謀される
- Αιτιατική
- 通謀させる