つうかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπερνώ, διατρυπώ
  2. 02 εμμένω, επιμένω (π.χ. σε πεποιθήσεις)

Κλίση

Παρόν (απλό)
通貫する
Παρόν (ευγενικό)
通貫します
Άρνηση (απλή)
通貫しない
Άρνηση (ευγενική)
通貫しません
Παρελθόν (απλό)
通貫した
Παρελθόν (ευγενικό)
通貫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通貫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通貫しませんでした
Τε-μορφή
通貫して
Δυνητική
通貫できる
Προστακτική
通貫しろ
Βουλητική
通貫しよう
Υποθετική (ば)
通貫すれば