つう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διέλευση (από σήραγγα, σταθμό, πόλη κ.λπ.), πέρασμα (π.χ. τυφώνα), διαμετακόμιση
  2. 02 ψήφιση (π.χ. νομοσχεδίου από το κοινοβούλιο), έγκριση
  3. 03 επιτυχία (σε εξετάσεις, επιθεώρηση κ.λπ.), πέρασμα, πρόκριση

Παραδείγματα

  • 電車でんしゃえき通過つうかします

    Το τρένο περνάει τον σταθμό.

  • 台風たいふうがこの地域ちいき通過つうかしました

    Ο τυφώνας πέρασε από αυτή την περιοχή.

  • その法案ほうあん国会こっかい無事ぶじ通過つうかし、成立せいりつしました。

    Το νομοσχέδιο πέρασε ομαλά από το Κοινοβούλιο και τέθηκε σε ισχύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
通過する
Παρόν (ευγενικό)
通過します
Άρνηση (απλή)
通過しない
Άρνηση (ευγενική)
通過しません
Παρελθόν (απλό)
通過した
Παρελθόν (ευγενικό)
通過しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通過しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通過しませんでした
Τε-μορφή
通過して
Δυνητική
通過できる
Προστακτική
通過しろ
Βουλητική
通過しよう
Υποθετική (ば)
通過すれば