つうふう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αερισμός, ρεύμα αέρα, εξαερισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
通風する
Παρόν (ευγενικό)
通風します
Άρνηση (απλή)
通風しない
Άρνηση (ευγενική)
通風しません
Παρελθόν (απλό)
通風した
Παρελθόν (ευγενικό)
通風しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
通風しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
通風しませんでした
Τε-μορφή
通風して
Δυνητική
通風できる
Προστακτική
通風しろ
Βουλητική
通風しよう
Υποθετική (ば)
通風すれば