逞たくましい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εύρωστος, δυνατός, στιβαρός
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ακατάβλητος, ακούραστος, αποφασιστικός, σθεναρός, τολμηρός
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ρωμαλέος (για ζωτικότητα, όρεξη, οικονομική ανάπτυξη, κ.λπ.), έντονος

Παραδείγματα

  • 彼かれは逞たくましいです。

    Αυτός είναι δυνατός.

  • 彼女かのじょは何事なにごとにも逞たくましく立たち向むかいます。

    Αντιμετωπίζει τα πάντα με θάρρος.

  • 逆境ぎゃっきょうにもめげず、未来みらいを切きり開ひらいていく逞たくましい精神力せいしんりょくを持もっています。

    Έχει μια ακούραστη δύναμη πνεύματος που της επιτρέπει να ανοίγει δρόμους για το μέλλον, χωρίς να πτοείται από τις αντιξοότητες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
逞しい
Παρόν (ευγενικό)
逞しいです
Άρνηση (απλή)
逞しくない
Άρνηση (ευγενική)
逞しくないです
Παρελθόν (απλό)
逞しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
逞しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逞しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逞しくなかったです
Τε-μορφή
逞しくて
Υποθετική (ば)
逞しければ