たくましゅうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ελευθερώνω (τη φαντασία μου), αφήνω ελεύθερη (τη φαντασία μου)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μαίνομαι με όλη μου τη δύναμη, δρω ανεξέλεγκτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
逞しゅうする
Παρόν (ευγενικό)
逞しゅうします
Άρνηση (απλή)
逞しゅうしない
Άρνηση (ευγενική)
逞しゅうしません
Παρελθόν (απλό)
逞しゅうした
Παρελθόν (ευγενικό)
逞しゅうしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逞しゅうしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逞しゅうしませんでした
Τε-μορφή
逞しゅうして
Δυνητική
逞しゅうできる
Προστακτική
逞しゅうしろ
Βουλητική
逞しゅうしよう
Υποθετική (ば)
逞しゅうすれば