そっこう

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αστραπιαία επίθεση, γρήγορη επίθεση, αιφνιδιασμός
  2. 02 καθομιλουμένη αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, ευθύς, κατευθείαν

Κλίση

Παρόν (απλό)
速攻する
Παρόν (ευγενικό)
速攻します
Άρνηση (απλή)
速攻しない
Άρνηση (ευγενική)
速攻しません
Παρελθόν (απλό)
速攻した
Παρελθόν (ευγενικό)
速攻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
速攻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
速攻しませんでした
Τε-μορφή
速攻して
Δυνητική
速攻できる
Προστακτική
速攻しろ
Βουλητική
速攻しよう
Υποθετική (ば)
速攻すれば