ぞうさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ぞうさ

  1. 01 οικοδόμηση, κατασκευή (κυρίως σπιτιού)
  2. 02 εξάρτημα σπιτιού, μόνιμη εγκατάσταση
  3. 03 καθομιλουμένη χαρακτηριστικά προσώπου

Κλίση

Παρόν (απλό)
造作する
Παρόν (ευγενικό)
造作します
Άρνηση (απλή)
造作しない
Άρνηση (ευγενική)
造作しません
Παρελθόν (απλό)
造作した
Παρελθόν (ευγενικό)
造作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
造作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
造作しませんでした
Τε-μορφή
造作して
Δυνητική
造作できる
Προστακτική
造作しろ
Βουλητική
造作しよう
Υποθετική (ば)
造作すれば