造成
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάπλαση γης, προετοιμασία εδάφους (π.χ. για οικιστική χρήση), αναδημιουργία, δημιουργία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 造成する
- Παρόν (ευγενικό)
- 造成します
- Άρνηση (απλή)
- 造成しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 造成しません
- Παρελθόν (απλό)
- 造成した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 造成しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 造成しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 造成しませんでした
- Τε-μορφή
- 造成して
- Δυνητική
- 造成できる
- Προστακτική
- 造成しろ
- Βουλητική
- 造成しよう
- Υποθετική (ば)
- 造成すれば
- Υποθετική (たら)
- 造成したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 造成したい
- Απαγορευτική (~な)
- 造成するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 造成しなさい
- Παθητική
- 造成される
- Αιτιατική
- 造成させる