ぞうりん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δασοφύτευση, αναδάσωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
造林する
Παρόν (ευγενικό)
造林します
Άρνηση (απλή)
造林しない
Άρνηση (ευγενική)
造林しません
Παρελθόν (απλό)
造林した
Παρελθόν (ευγενικό)
造林しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
造林しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
造林しませんでした
Τε-μορφή
造林して
Δυνητική
造林できる
Προστακτική
造林しろ
Βουλητική
造林しよう
Υποθετική (ば)
造林すれば