ぞうせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο ιδρύω (ένα ίδρυμα), στήνω (μια εγκατάσταση), κατασκευάζω (ένα κτίριο)
  2. 02 τοποθετώ ή εισάγω στο σώμα (π.χ. ένα τεχνητό όργανο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
造設する
Παρόν (ευγενικό)
造設します
Άρνηση (απλή)
造設しない
Άρνηση (ευγενική)
造設しません
Παρελθόν (απλό)
造設した
Παρελθόν (ευγενικό)
造設しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
造設しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
造設しませんでした
Τε-μορφή
造設して
Δυνητική
造設できる
Προστακτική
造設しろ
Βουλητική
造設しよう
Υποθετική (ば)
造設すれば