ぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεολογισμός, επινόηση νέας λέξης
  2. 02 νεολογισμός, νεοπαγής λέξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
造語する
Παρόν (ευγενικό)
造語します
Άρνηση (απλή)
造語しない
Άρνηση (ευγενική)
造語しません
Παρελθόν (απλό)
造語した
Παρελθόν (ευγενικό)
造語しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
造語しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
造語しませんでした
Τε-μορφή
造語して
Δυνητική
造語できる
Προστακτική
造語しろ
Βουλητική
造語しよう
Υποθετική (ば)
造語すれば