連つらなる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτείνομαι, απλώνομαι, στέκομαι στη σειρά
  2. 02 παρευρίσκομαι, συμμετέχω
  3. 03 εγγράφομαι, συμμετέχω
  4. 04 συνδέομαι, σχετίζομαι, συσχετίζομαι

Παραδείγματα

  • 山やまが連つらなっています。

    Τα βουνά απλώνονται.

  • 長ながい列れつに人ひと々が連つらなっていました。

    Οι άνθρωποι στέκονταν σε μια μεγάλη σειρά.

  • 昔むかしからの家柄いえがらに連つらなる者ものとして、彼かれは責任せきにんを感かんじていました。

    Ως μέλος μιας παλιάς οικογένειας, ένιωθε υπεύθυνος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
連なる
Παρόν (ευγενικό)
連なります
Άρνηση (απλή)
連ならない
Άρνηση (ευγενική)
連なりません
Παρελθόν (απλό)
連なった
Παρελθόν (ευγενικό)
連なりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連ならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連なりませんでした
Τε-μορφή
連なって
Δυνητική
連なれる
Προστακτική
連なれ
Βουλητική
連なろう
Υποθετική (ば)
連なれば