つらねる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρατάσσω, τοποθετώ στη σειρά
  2. 02 προσθέτω, εντάσσω (ως μέλος σε μια οργάνωση κ.λπ.), συμπεριλαμβάνω (π.χ. σε μια λίστα)
  3. 03 συνδέω, ενώνω, παραθέτω στη σειρά (π.χ. κομπλιμέντα), απαριθμώ
  4. 04 παίρνω μαζί μου, συνοδεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
連ねる
Παρόν (ευγενικό)
連ねます
Άρνηση (απλή)
連ねない
Άρνηση (ευγενική)
連ねません
Παρελθόν (απλό)
連ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
連ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連ねませんでした
Τε-μορφή
連ねて
Δυνητική
連ねられる
Προστακτική
連ねろ
Βουλητική
連ねよう
Υποθετική (ば)
連ねれば