連む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοδεύω, κάνω παρέα, ενεργώ από κοινού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 連む
- Παρόν (ευγενικό)
- 連みます
- Άρνηση (απλή)
- 連まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 連みません
- Παρελθόν (απλό)
- 連んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 連みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 連まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 連みませんでした
- Τε-μορφή
- 連んで
- Δυνητική
- 連める
- Προστακτική
- 連め
- Βουλητική
- 連もう
- Υποθετική (ば)
- 連めば
- Υποθετική (たら)
- 連んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 連みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 連むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 連みなさい
- Παθητική
- 連まれる
- Αιτιατική
- 連ませる