つる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συνοδεύω, κάνω παρέα, ενεργώ από κοινού

Κλίση

Παρόν (απλό)
連む
Παρόν (ευγενικό)
連みます
Άρνηση (απλή)
連まない
Άρνηση (ευγενική)
連みません
Παρελθόν (απλό)
連んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
連みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連みませんでした
Τε-μορφή
連んで
Δυνητική
連める
Προστακτική
連め
Βουλητική
連もう
Υποθετική (ば)
連めば