れしょん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χυδαίο συντομογραφία ομαδική μετάβαση στην τουαλέτα, παρέα για ούρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
連れしょんする
Παρόν (ευγενικό)
連れしょんします
Άρνηση (απλή)
連れしょんしない
Άρνηση (ευγενική)
連れしょんしません
Παρελθόν (απλό)
連れしょんした
Παρελθόν (ευγενικό)
連れしょんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連れしょんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連れしょんしませんでした
Τε-μορφή
連れしょんして
Δυνητική
連れしょんできる
Προστακτική
連れしょんしろ
Βουλητική
連れしょんしよう
Υποθετική (ば)
連れしょんすれば