連つれ出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω έξω (για βόλτα, φαγητό κ.λπ.)
  2. 02 παρασύρω, δελεάζω

Παραδείγματα

  • 友達ともだちを連つれ出だします。

    Βγάζω έξω έναν φίλο.

  • 彼かれは彼女かのじょを映画えいがに連つれ出だしました。

    Την πήγε σινεμά.

  • 気分きぶんが落おち込こんでいる友人ゆうじんを、気分転換きぶんてんかんにカフェに連つれ出だしました。

    Τον φίλο μου που ήταν πεσμένος ψυχολογικά, τον έβγαλα για καφέ να αλλάξει λίγο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
連れ出す
Παρόν (ευγενικό)
連れ出します
Άρνηση (απλή)
連れ出さない
Άρνηση (ευγενική)
連れ出しません
Παρελθόν (απλό)
連れ出した
Παρελθόν (ευγενικό)
連れ出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連れ出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連れ出しませんでした
Τε-μορφή
連れ出して
Δυνητική
連れ出せる
Προστακτική
連れ出せ
Βουλητική
連れ出そう
Υποθετική (ば)
連れ出せば