連れ帰る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φέρνω κάποιον πίσω στο σπίτι, συνοδεύω κάποιον πίσω στο σπίτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 連れ帰る
- Παρόν (ευγενικό)
- 連れ帰ります
- Άρνηση (απλή)
- 連れ帰らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 連れ帰りません
- Παρελθόν (απλό)
- 連れ帰った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 連れ帰りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 連れ帰らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 連れ帰りませんでした
- Τε-μορφή
- 連れ帰って
- Δυνητική
- 連れ帰れる
- Προστακτική
- 連れ帰れ
- Βουλητική
- 連れ帰ろう
- Υποθετική (ば)
- 連れ帰れば
- Υποθετική (たら)
- 連れ帰ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 連れ帰りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 連れ帰るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 連れ帰りなさい
- Παθητική
- 連れ帰られる
- Αιτιατική
- 連れ帰らせる