連れ歩く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνοδεύω κάποιον με τα πόδια, παίρνω κάποιον μαζί μου
- 02 περιφέρω κάποιον (ιδιαίτερα παιδί), έχω κάποιον μαζί μου στις μετακινήσεις μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 連れ歩く
- Παρόν (ευγενικό)
- 連れ歩きます
- Άρνηση (απλή)
- 連れ歩かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 連れ歩きません
- Παρελθόν (απλό)
- 連れ歩いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 連れ歩きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 連れ歩かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 連れ歩きませんでした
- Τε-μορφή
- 連れ歩いて
- Δυνητική
- 連れ歩ける
- Προστακτική
- 連れ歩け
- Βουλητική
- 連れ歩こう
- Υποθετική (ば)
- 連れ歩けば
- Υποθετική (たら)
- 連れ歩いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 連れ歩きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 連れ歩くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 連れ歩きなさい
- Παθητική
- 連れ歩かれる
- Αιτιατική
- 連れ歩かせる