ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι ζευγάρι, είμαι σύζυγος, είμαι παντρεμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
連れ添う
Παρόν (ευγενικό)
連れ添います
Άρνηση (απλή)
連れ添わない
Άρνηση (ευγενική)
連れ添いません
Παρελθόν (απλό)
連れ添った
Παρελθόν (ευγενικό)
連れ添いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連れ添わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連れ添いませんでした
Τε-μορφή
連れ添って
Δυνητική
連れ添える
Προστακτική
連れ添え
Βουλητική
連れ添おう
Υποθετική (ば)
連れ添えば