れんこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό εκτεινόμενος σε σειρά

Κλίση

Παρόν (απλό)
連亘する
Παρόν (ευγενικό)
連亘します
Άρνηση (απλή)
連亘しない
Άρνηση (ευγενική)
連亘しません
Παρελθόν (απλό)
連亘した
Παρελθόν (ευγενικό)
連亘しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連亘しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連亘しませんでした
Τε-μορφή
連亘して
Δυνητική
連亘できる
Προστακτική
連亘しろ
Βουλητική
連亘しよう
Υποθετική (ば)
連亘すれば