れんさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ετήσια καλλιέργεια του ίδιου είδους σε έναν αγρό, συνεχόμενη καλλιέργεια, μονοκαλλιέργεια
  2. 02 συλλογικό λογοτεχνικό έργο, ιστορία γραμμένη από πολλούς συγγραφείς που εργάζονται πάνω σε αυτήν εναλλάξ
  3. 03 σειρά (μυθιστορημάτων), κύκλος (ποιημάτων, τραγουδιών), ακολουθία

Κλίση

Παρόν (απλό)
連作する
Παρόν (ευγενικό)
連作します
Άρνηση (απλή)
連作しない
Άρνηση (ευγενική)
連作しません
Παρελθόν (απλό)
連作した
Παρελθόν (ευγενικό)
連作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連作しませんでした
Τε-μορφή
連作して
Δυνητική
連作できる
Προστακτική
連作しろ
Βουλητική
連作しよう
Υποθετική (ば)
連作すれば