連帯
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλληλεγγύη
- 02 κοινός, συλλογικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 連帯する
- Παρόν (ευγενικό)
- 連帯します
- Άρνηση (απλή)
- 連帯しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 連帯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 連帯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 連帯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 連帯しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 連帯しませんでした
- Τε-μορφή
- 連帯して
- Δυνητική
- 連帯できる
- Προστακτική
- 連帯しろ
- Βουλητική
- 連帯しよう
- Υποθετική (ば)
- 連帯すれば
- Υποθετική (たら)
- 連帯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 連帯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 連帯するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 連帯しなさい
- Παθητική
- 連帯される
- Αιτιατική
- 連帯させる