れん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνενοχή, εμπλοκή σε έγκλημα
  2. 02 αρχαϊκό κάθισμα σε σειρά, συνεδρίαση στην ίδια θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
連座する
Παρόν (ευγενικό)
連座します
Άρνηση (απλή)
連座しない
Άρνηση (ευγενική)
連座しません
Παρελθόν (απλό)
連座した
Παρελθόν (ευγενικό)
連座しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連座しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連座しませんでした
Τε-μορφή
連座して
Δυνητική
連座できる
Προστακτική
連座しろ
Βουλητική
連座しよう
Υποθετική (ば)
連座すれば