れん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεχόμενα χτυπήματα, επανειλημμένα κτυπήματα, καταιγισμός χτυπημάτων
  2. 02 διαδοχικά χτυπήματα (π.χ. στην πυγμαχία, στο μπέιζμπολ)

Κλίση

Παρόν (απλό)
連打する
Παρόν (ευγενικό)
連打します
Άρνηση (απλή)
連打しない
Άρνηση (ευγενική)
連打しません
Παρελθόν (απλό)
連打した
Παρελθόν (ευγενικό)
連打しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連打しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連打しませんでした
Τε-μορφή
連打して
Δυνητική
連打できる
Προστακτική
連打しろ
Βουλητική
連打しよう
Υποθετική (ば)
連打すれば