連れん携けい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεργασία, συντονισμός, σύμπραξη, ευθυγράμμιση
  2. 02 ενσωμάτωση, σύνδεση, διασύνδεση

Παραδείγματα

  • チームの連携れんけいは大切たいせつです。

    Η συνεργασία της ομάδας είναι σημαντική.

  • 他ほかの部署ぶしょとの連携れんけいが必要ひつようです。

    Χρειάζεται συντονισμός με άλλα τμήματα.

  • 災害時さいがいじには、地域社会ちいきしゃかいと行政ぎょうせいの緊密きんみつな連携れんけいが不可欠ふかけつです。

    Σε περίπτωση καταστροφής, η στενή συνεργασία μεταξύ της τοπικής κοινωνίας και της διοίκησης είναι απαραίτητη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
連携する
Παρόν (ευγενικό)
連携します
Άρνηση (απλή)
連携しない
Άρνηση (ευγενική)
連携しません
Παρελθόν (απλό)
連携した
Παρελθόν (ευγενικό)
連携しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連携しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連携しませんでした
Τε-μορφή
連携して
Δυνητική
連携できる
Προστακτική
連携しろ
Βουλητική
連携しよう
Υποθετική (ば)
連携すれば