れんはら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προσπαθώ να κάνω το ακατόρθωτο, επιχειρώ να κάνω χαρακίρι με γουδοχέρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
連木で腹を切る
Παρόν (ευγενικό)
連木で腹を切ります
Άρνηση (απλή)
連木で腹を切らない
Άρνηση (ευγενική)
連木で腹を切りません
Παρελθόν (απλό)
連木で腹を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
連木で腹を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連木で腹を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連木で腹を切りませんでした
Τε-μορφή
連木で腹を切って
Δυνητική
連木で腹を切れる
Προστακτική
連木で腹を切れ
Βουλητική
連木で腹を切ろう
Υποθετική (ば)
連木で腹を切れば