連絡が取れる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταφέρνω να επικοινωνήσω, κατορθώνω να έρθω σε επαφή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 連絡が取れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 連絡が取れます
- Άρνηση (απλή)
- 連絡が取れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 連絡が取れません
- Παρελθόν (απλό)
- 連絡が取れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 連絡が取れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 連絡が取れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 連絡が取れませんでした
- Τε-μορφή
- 連絡が取れて
- Δυνητική
- 連絡が取れられる
- Προστακτική
- 連絡が取れろ
- Βουλητική
- 連絡が取れよう
- Υποθετική (ば)
- 連絡が取れれば
- Υποθετική (たら)
- 連絡が取れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 連絡が取れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 連絡が取れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 連絡が取れなさい
- Παθητική
- 連絡が取れられる
- Αιτιατική
- 連絡が取れさせる