れんらくれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή, ενημερώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
連絡を入れる
Παρόν (ευγενικό)
連絡を入れます
Άρνηση (απλή)
連絡を入れない
Άρνηση (ευγενική)
連絡を入れません
Παρελθόν (απλό)
連絡を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
連絡を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連絡を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連絡を入れませんでした
Τε-μορφή
連絡を入れて
Δυνητική
連絡を入れられる
Προστακτική
連絡を入れろ
Βουλητική
連絡を入れよう
Υποθετική (ば)
連絡を入れれば