連れん絡らくを取とる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έρχομαι σε επαφή με

Παραδείγματα

  • 友達ともだちと連絡れんらくを取とります。

    Θα επικοινωνήσω με τους φίλους μου.

  • 明日あす、彼かれに連絡れんらくを取とってみようと思おもいます。

    Σκέφτομαι να επικοινωνήσω μαζί του αύριο.

  • 出張中しゅっちょうちゅうも、毎日家族まいにちかぞくと連絡れんらくを取とるように心こころがけています。

    Προσπαθώ να επικοινωνώ με την οικογένειά μου κάθε μέρα, ακόμα και όταν είμαι σε επαγγελματικό ταξίδι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
連絡を取る
Παρόν (ευγενικό)
連絡を取ります
Άρνηση (απλή)
連絡を取らない
Άρνηση (ευγενική)
連絡を取りません
Παρελθόν (απλό)
連絡を取った
Παρελθόν (ευγενικό)
連絡を取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連絡を取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連絡を取りませんでした
Τε-μορφή
連絡を取って
Δυνητική
連絡を取れる
Προστακτική
連絡を取れ
Βουλητική
連絡を取ろう
Υποθετική (ば)
連絡を取れば