れんらく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω την επαφή με (κάποιον), διακόπτω την επικοινωνία με, αγνοούμαι, εξαφανίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
連絡を絶つ
Παρόν (ευγενικό)
連絡を絶ちます
Άρνηση (απλή)
連絡を絶たない
Άρνηση (ευγενική)
連絡を絶ちません
Παρελθόν (απλό)
連絡を絶った
Παρελθόν (ευγενικό)
連絡を絶ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連絡を絶たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連絡を絶ちませんでした
Τε-μορφή
連絡を絶って
Δυνητική
連絡を絶てる
Προστακτική
連絡を絶て
Βουλητική
連絡を絶とう
Υποθετική (ば)
連絡を絶てば