れんらく

ουσιαστικό, ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επικοινωνία, επαφή, αλληλογραφία, κλήση, μήνυμα
  2. 02 σύνδεση, ανταπόκριση (με τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
  3. 03 επίσημο σύνδεση, σχέση, δεσμός (μεταξύ θεμάτων, περιστατικών κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 連絡れんらくします

    Θα επικοινωνήσω.

  • あとわたし連絡れんらくしてください。

    Επικοινώνησε μαζί μου αργότερα, σε παρακαλώ.

  • スケジュールに変更へんこうがあったら、すぐにわたし連絡れんらくしてください。

    Αν υπάρξει κάποια αλλαγή στο πρόγραμμα, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μου αμέσως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
連絡する
Παρόν (ευγενικό)
連絡します
Άρνηση (απλή)
連絡しない
Άρνηση (ευγενική)
連絡しません
Παρελθόν (απλό)
連絡した
Παρελθόν (ευγενικό)
連絡しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連絡しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連絡しませんでした
Τε-μορφή
連絡して
Δυνητική
連絡できる
Προστακτική
連絡しろ
Βουλητική
連絡しよう
Υποθετική (ば)
連絡すれば