れんしょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνυπογραφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
連署する
Παρόν (ευγενικό)
連署します
Άρνηση (απλή)
連署しない
Άρνηση (ευγενική)
連署しません
Παρελθόν (απλό)
連署した
Παρελθόν (ευγενικό)
連署しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連署しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連署しませんでした
Τε-μορφή
連署して
Δυνητική
連署できる
Προστακτική
連署しろ
Βουλητική
連署しよう
Υποθετική (ば)
連署すれば