れん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδοχικές κατακτήσεις πρωταθλήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
連覇する
Παρόν (ευγενικό)
連覇します
Άρνηση (απλή)
連覇しない
Άρνηση (ευγενική)
連覇しません
Παρελθόν (απλό)
連覇した
Παρελθόν (ευγενικό)
連覇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
連覇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
連覇しませんでした
Τε-μορφή
連覇して
Δυνητική
連覇できる
Προστακτική
連覇しろ
Βουλητική
連覇しよう
Υποθετική (ば)
連覇すれば