進ずる
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταπεινό παρωχημένο προσφέρω, δωρίζω, αφιερώνω
- 02 παρωχημένο κάνω κάτι χάριν κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 進ずる
- Παρόν (ευγενικό)
- 進ずます
- Άρνηση (απλή)
- 進ずない
- Άρνηση (ευγενική)
- 進ずません
- Παρελθόν (απλό)
- 進ずた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 進ずました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 進ずなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 進ずませんでした
- Τε-μορφή
- 進ずて
- Δυνητική
- 進ずられる
- Προστακτική
- 進ずろ
- Βουλητική
- 進ずよう
- Υποθετική (ば)
- 進ずれば
- Υποθετική (たら)
- 進ずたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 進ずたい
- Απαγορευτική (~な)
- 進ずるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 進ずなさい
- Παθητική
- 進ずられる
- Αιτιατική
- 進ずさせる