しんぜる

ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό παρωχημένο δίνω, παρουσιάζω, προσφέρω
  2. 02 παρωχημένο κάνω κάτι χάριν κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
進ぜる
Παρόν (ευγενικό)
進ぜます
Άρνηση (απλή)
進ぜない
Άρνηση (ευγενική)
進ぜません
Παρελθόν (απλό)
進ぜた
Παρελθόν (ευγενικό)
進ぜました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
進ぜなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
進ぜませんでした
Τε-μορφή
進ぜて
Δυνητική
進ぜられる
Προστακτική
進ぜろ
Βουλητική
進ぜよう
Υποθετική (ば)
進ぜれば