すすめる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προχωρώ, πηγαίνω μπροστά, ρυθμίζω (το ρολόι) μπροστά
  2. 02 προχωρώ, συνεχίζω (σχέδια, εργασίες κ.λπ.), σημειώνω πρόοδο, προάγω, επιταχύνω
  3. 03 ανεβάζω, υψώνω, προωθώ, αναπτύσσω, τονώνω (π.χ. την όρεξη)

Παραδείγματα

  • ロボットをまえすすめる

    Πάω το ρομπότ μπροστά.

  • 会議かいぎ計画けいかく順調じゅんちょうすすめました

    Προχωρήσαμε ομαλά το σχέδιο στη συνάντηση.

  • あたらしい技術ぎじゅつ導入どうにゅうは、企業きぎょう競争力きょうそうりょくたかめるうえ不可欠ふかけつ一歩いっぽすすめることになるでしょう。

    Η εισαγωγή νέας τεχνολογίας θα αποτελέσει ένα απαραίτητο βήμα προόδου για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εταιρείας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
進める
Παρόν (ευγενικό)
進めます
Άρνηση (απλή)
進めない
Άρνηση (ευγενική)
進めません
Παρελθόν (απλό)
進めた
Παρελθόν (ευγενικό)
進めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
進めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
進めませんでした
Τε-μορφή
進めて
Δυνητική
進められる
Προστακτική
進めろ
Βουλητική
進めよう
Υποθετική (ば)
進めれば