進しん化か

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξέλιξη
  2. 02 εξέλιξη, αναβάθμιση, πρόοδος, ανάπτυξη, βελτίωση

Παραδείγματα

  • 生物せいぶつは進化しんかします。

    Οι οργανισμοί εξελίσσονται.

  • スマートフォンの技術ぎじゅつは急速きゅうそくに進化しんかしています。

    Η τεχνολογία των smartphone εξελίσσεται ραγδαία.

  • 現代社会げんだいしゃかいは、多様たような価値観かちかんを受うけ入いれながら、絶たえ間まない進化しんかが求もとめられています。

    Η σύγχρονη κοινωνία καλείται να βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη, ενσωματώνοντας παράλληλα διάφορες αξίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
進化する
Παρόν (ευγενικό)
進化します
Άρνηση (απλή)
進化しない
Άρνηση (ευγενική)
進化しません
Παρελθόν (απλό)
進化した
Παρελθόν (ευγενικό)
進化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
進化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
進化しませんでした
Τε-μορφή
進化して
Δυνητική
進化できる
Προστακτική
進化しろ
Βουλητική
進化しよう
Υποθετική (ば)
進化すれば