しんぐん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προέλαση, προώθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
進軍する
Παρόν (ευγενικό)
進軍します
Άρνηση (απλή)
進軍しない
Άρνηση (ευγενική)
進軍しません
Παρελθόν (απλό)
進軍した
Παρελθόν (ευγενικό)
進軍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
進軍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
進軍しませんでした
Τε-μορφή
進軍して
Δυνητική
進軍できる
Προστακτική
進軍しろ
Βουλητική
進軍しよう
Υποθετική (ば)
進軍すれば