しん退たい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προέλαση ή υποχώρηση, κίνηση προς τα εμπρός ή προς τα πίσω, κίνηση
  2. 02 πορεία δράσης, συμπεριφορά, στάση
  3. 03 παραμονή στη θέση κάποιου ή παραίτηση, παραμονή ή αποχώρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
進退する
Παρόν (ευγενικό)
進退します
Άρνηση (απλή)
進退しない
Άρνηση (ευγενική)
進退しません
Παρελθόν (απλό)
進退した
Παρελθόν (ευγενικό)
進退しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
進退しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
進退しませんでした
Τε-μορφή
進退して
Δυνητική
進退できる
Προστακτική
進退しろ
Βουλητική
進退しよう
Υποθετική (ば)
進退すれば