いっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω (μια ευκαιρία), παραλείπω (μια ευκαιρία)
  2. 02 παραβλέπω, παραλείπω, ξεχνώ
  3. 03 αποκλίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
逸する
Παρόν (ευγενικό)
逸します
Άρνηση (απλή)
逸しない
Άρνηση (ευγενική)
逸しません
Παρελθόν (απλό)
逸した
Παρελθόν (ευγενικό)
逸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逸しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逸しませんでした
Τε-μορφή
逸して
Δυνητική
逸できる
Προστακτική
逸しろ
Βουλητική
逸しよう
Υποθετική (ば)
逸すれば