逸る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: はやる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απομακρύνομαι, χάνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 逸る
- Παρόν (ευγενικό)
- 逸ります
- Άρνηση (απλή)
- 逸らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 逸りません
- Παρελθόν (απλό)
- 逸った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 逸りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 逸らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 逸りませんでした
- Τε-μορφή
- 逸って
- Δυνητική
- 逸れる
- Προστακτική
- 逸れ
- Βουλητική
- 逸ろう
- Υποθετική (ば)
- 逸れば
- Υποθετική (たら)
- 逸ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 逸りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 逸るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 逸りなさい
- Παθητική
- 逸られる
- Αιτιατική
- 逸らせる