はぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はやる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απομακρύνομαι, χάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
逸る
Παρόν (ευγενικό)
逸ります
Άρνηση (απλή)
逸らない
Άρνηση (ευγενική)
逸りません
Παρελθόν (απλό)
逸った
Παρελθόν (ευγενικό)
逸りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
逸らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
逸りませんでした
Τε-μορφή
逸って
Δυνητική
逸れる
Προστακτική
逸れ
Βουλητική
逸ろう
Υποθετική (ば)
逸れば